Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική νηρός νηρά νηρόν νηροί νηραί νηρά
Γενική νηροῦ νηρᾶς νηροῦ νηρῶν νηρῶν νηρῶν
Δοτική νηρῷ νηρᾷ νηρῷ νηροῖς νηραῖς νηροῖς
Αιτιατική νηρόν νηράν νηρόν νηρούς νηράς νηρά
Κλητική νηρέ νηρά νηρόν νηροί νηραί νηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική νηρώ νηρά
Γενική-Δοτική νηροῖν νηραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηρός < αρχαία ελληνική νεαρός < νέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *néwos (νέος) < *nu (τώρα)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νηρός, -ά, -όν

  1. (ελληνιστική κοινή) άλλη μορφή του νεαρός: φρέσκος
  2. (ελληνιστική κοινή) (ουσιαστικοποιημένο) τὸ νηρόν / ὁ νηρός: νερό

  ΠηγέςΕπεξεργασία