Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μικρογραφία οι μικρογραφίες
      γενική της μικρογραφίας των μικρογραφιών
    αιτιατική τη μικρογραφία τις μικρογραφίες
     κλητική μικρογραφία μικρογραφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μικρογραφία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

η μικρογραφία (el) θηλυκό, ενικός
οι μικρογραφίες (el) πληθυντικός
(μόνο στον ενικό όταν αφορά την τεχνική και όχι συγκεκριμένο αντικείμενο)

  1. τεχνική παραγωγή ή αναπαραγωγή σε μικρό μέγεθος
  2. ζωγραφική παράσταση μικρών διαστάσεων, που είτε διακοσμεί σελίδες χειρογράφων είτε έργα ζωγραφικής

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία