Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μετονοματικός η μετονοματική το μετονοματικό
      γενική του μετονοματικού της μετονοματικής του μετονοματικού
    αιτιατική τον μετονοματικό τη μετονοματική το μετονοματικό
     κλητική μετονοματικέ μετονοματική μετονοματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μετονοματικοί οι μετονοματικές τα μετονοματικά
      γενική των μετονοματικών των μετονοματικών των μετονοματικών
    αιτιατική τους μετονοματικούς τις μετονοματικές τα μετονοματικά
     κλητική μετονοματικοί μετονοματικές μετονοματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετονοματικός < (μετα-) μετ- + ονοματικός, (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική denominativ ή γαλλική dénominatif[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.to.no.ma.tiˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μετονοματικός

  • (γλωσσολογία) για λέξη ή όρο που παράγεται από όνομα επίθετο ή όνομα ουσιαστικό
    μετονοματικά ρήματα
    το -άζω είναι μετονοματικό ρηματικό επίθημα: παράγεται από ουσιαστικά ή επίθετα και δημιουργεί ρήματα

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία