Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιθοβολία οι λιθοβολίες
      γενική της λιθοβολίας των λιθοβολιών
    αιτιατική τη λιθοβολία τις λιθοβολίες
     κλητική λιθοβολία λιθοβολίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθοβολία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιθοβολία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία