Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λιθοβολίες

  1. λιθοβολία, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού