Δείτε επίσης: λάτρης, -λάτρης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάτρις < αρχαία ελληνική λάτρις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάτρις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική λάτρις λάτριε λάτριες
Γενική λάτριος λατρίοιν λατρίων
Δοτική λάτριι λατρίοιν λάτρισι
Αιτιατική λάτριν λάτριε λάτριας
Κλητική λάτρι λάτριε λάτριες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάτρις < λάτρον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₁y (παρέχω, κατέχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάτρις αρσενικό ή θηλυκό, γενική: λάτριος

  1. έμμισθος υπηρέτης ή υπηρέτρια
  2. δούλος ή δούλη
  3. (κατ' επέκταση) ιέρεια
    Ἀπόλλωνος λάτρις