Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμιστρο κόμιστρα
γενική κομίστρου κομίστρων
αιτιατική κόμιστρο κόμιστρα
κλητική κόμιστρο κόμιστρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόμιστρο < αρχαία ελληνική κόμιστρον < κομίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόμιστρο ουδέτερο

  1. το ποσό που πληρώνει ο επιβάτης για να χρησιμοποιήσει ένα μεταφορικό μέσο, τα μεταφορικά έξοδα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία