Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομίζω < αρχαία ελληνική κομίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κομίζω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομίζω < κομῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

κομίζω

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  κομίζω   κομίζομαι 
Παρατατικός  ἐκόμιζον   ἐκομιζόμην 
Μέλλοντας  κομίσω & κομιῶ   κομιοῦμαι & κομισθήσομαι 
Αόριστος  ἐκόμισα   ἐκομισάμην & ἐκομίσθην 
Παρακείμενος  κεκόμικα   κεκόμισμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐκεκομίκειν   ἐκεκομίσμην 
Συντελ.Μέλλ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία