Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατατόπι τα κατατόπια
      γενική του κατατοπιού των κατατοπιών
    αιτιατική το κατατόπι τα κατατόπια
     κλητική κατατόπι κατατόπια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατατόπι < μεσαιωνική ελληνική κατατόπι < έκφραση κατά τόπον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατατόπι ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία