Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατακυρωθείς
κατακυρωθέντας
η κατακυρωθείσα το κατακυρωθέν
      γενική του κατακυρωθέντος
κατακυρωθέντα
της κατακυρωθείσας
κατακυρωθείσης*
του κατακυρωθέντος
    αιτιατική τον κατακυρωθέντα την κατακυρωθείσα το κατακυρωθέν
     κλητική κατακυρωθείς
κατακυρωθέντα
κατακυρωθείσα κατακυρωθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατακυρωθέντες οι κατακυρωθείσες τα κατακυρωθέντα
      γενική των κατακυρωθέντων των κατακυρωθεισών των κατακυρωθέντων
    αιτιατική τους κατακυρωθέντες τις κατακυρωθείσες τα κατακυρωθέντα
     κλητική κατακυρωθέντες κατακυρωθείσες κατακυρωθέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -είς -εῖσα, -έν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα «πληγείς» Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατακυρωθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του κατακυρώνω < αρχαία ελληνική κατακυρόω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κατακυρωθείς

  1. που κατακυρώθηκε, που είναι πλέον απολύτως αναγνωρισμένο, επικυρωμένο, που έγινε αντικείμενο πλειστηριασμού και δοθηκε στον πλειοδότη, που κατόπιν εκδίκασης σχετικής υπόθεσης αποδόθηκε επισήμως σε κάποιον
    το κατακυρωθέν ακίνητο / το κατακυρωθέν γκολ
    οι κατακυρωθέντες διαγωνισμοί
    η κατακυρωθείσα αξία, δαπάνη, προσφορά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία