Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλησπέρα < μεσαιωνική ελληνική καλησπέρα < καλή + εσπέρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.li.ˈspɛ.ɾa/
ήχος: 

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

καλησπέρα


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καλησπέρα οι καλησπέρες
      γενική της καλησπέρας
    αιτιατική την καλησπέρα τις καλησπέρες
     κλητική καλησπέρα καλησπέρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλησπέρα θηλυκό

  • η ενέργεια αυτού του χαιρετισμού
    ίσα ίσα που πρόλαβε να πει μια καλησπέρα και κόπηκε η γραμμή!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία