Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καθοριστικός η καθοριστική το καθοριστικό
      γενική του καθοριστικού της καθοριστικής του καθοριστικού
    αιτιατική τον καθοριστικό την καθοριστική το καθοριστικό
     κλητική καθοριστικέ καθοριστική καθοριστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καθοριστικοί οι καθοριστικές τα καθοριστικά
      γενική των καθοριστικών των καθοριστικών των καθοριστικών
    αιτιατική τους καθοριστικούς τις καθοριστικές τα καθοριστικά
     κλητική καθοριστικοί καθοριστικές καθοριστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθοριστικός < ελληνιστική κοινή καθοριστικός < καθορίζω < κατά + ὁρίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καθοριστικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία