Δείτε επίσης: καβάφικος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καβαφικός η καβαφική το καβαφικό
      γενική του καβαφικού της καβαφικής του καβαφικού
    αιτιατική τον καβαφικό την καβαφική το καβαφικό
     κλητική καβαφικέ καβαφική καβαφικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καβαφικοί οι καβαφικές τα καβαφικά
      γενική των καβαφικών των καβαφικών των καβαφικών
    αιτιατική τους καβαφικούς τις καβαφικές τα καβαφικά
     κλητική καβαφικοί καβαφικές καβαφικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καβαφικός < Καβάφ(ης) + -ικός < καβάφης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.va.fiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐βα‐φι‐κός
τονικό παρώνυμο: καβάφικος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καβαφικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία