Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ικανοποιημένος ικανοποιημένη ικανοποιημένο
γενική ικανοποιημένου ικανοποιημένης ικανοποιημένου
αιτιατική ικανοποιημένο ικανοποιημένη ικανοποιημένο
κλητική ικανοποιημένε ικανοποιημένη ικανοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ικανοποιημένοι ικανοποιημένες ικανοποιημένα
γενική ικανοποιημένων ικανοποιημένων ικανοποιημένων
αιτιατική ικανοποιημένους ικανοποιημένες ικανοποιημένα
κλητική ικανοποιημένοι ικανοποιημένες ικανοποιημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ικανοποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ικανοποιώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ικανοποιημένος, -η, -ο

  • που αισθάνεται καλά, επειδή πραγματοποιήθηκε μια επιθυμία του
    ※ Είναι πολύ ικανοποιημένη που επιτέλους πήρε το πτυχίο της

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία