Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θέσκελος θέσκελη θέσκελο
γενική θέσκελου θέσκελης θέσκελου
αιτιατική θέσκελο θέσκελη θέσκελο
κλητική θέσκελε θέσκελη θέσκελο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θέσκελοι θέσκελες θέσκελα
γενική θέσκελων θέσκελων θέσκελων
αιτιατική θέσκελους θέσκελες θέσκελα
κλητική θέσκελοι θέσκελες θέσκελα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θέσκελος (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. θεόπνευστος, θεοκινούμενος, κινητοποιημένος από θεό
  2. (μεταφορικά) εξαίσιος, θαυμάσιος, υπέροχος
  3. (μεταφορικά), σπανιότερο του άνωθεν: ηθικός, καλός, εγκρατής