↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θεόπνευστος η θεόπνευστη το θεόπνευστο
      γενική του θεόπνευστου της θεόπνευστης του θεόπνευστου
    αιτιατική τον θεόπνευστο τη θεόπνευστη το θεόπνευστο
     κλητική θεόπνευστε θεόπνευστη θεόπνευστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θεόπνευστοι οι θεόπνευστες τα θεόπνευστα
      γενική των θεόπνευστων των θεόπνευστων των θεόπνευστων
    αιτιατική τους θεόπνευστους τις θεόπνευστες τα θεόπνευστα
     κλητική θεόπνευστοι θεόπνευστες θεόπνευστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
θεόπνευστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θεόπνευστος[1] < αρχαία ελληνική θεός + πνέω

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /θeˈo.pnef.stos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θε‐ό‐πνευ‐στος

  Επίθετο

επεξεργασία

θεόπνευστος, -η, -ο

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία