Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστημολογία επιστημολογίες
γενική επιστημολογίας επιστημολογιών
αιτιατική επιστημολογία επιστημολογίες
κλητική επιστημολογία επιστημολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιστημολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epistemology < αρχαία ελληνική ἐπιστήμη + λέγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.pi.sti.mɔ.lɔ.ˈʝi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιστημολογία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία