Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική επιδερμικός επιδερμική επιδερμικό
γενική επιδερμικού επιδερμικής επιδερμικού
αιτιατική επιδερμικό επιδερμική επιδερμικό
κλητική επιδερμικέ επιδερμική επιδερμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιδερμικοί επιδερμικές επιδερμικά
γενική επιδερμικών επιδερμικών επιδερμικών
αιτιατική επιδερμικούς επιδερμικές επιδερμικά
κλητική επιδερμικοί επιδερμικές επιδερμικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδερμικός < επί + δέρμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιδερμικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται, ανήκει ή βρίσκεται στην επιδερμίδα
    επιδερμικό τραύμα
  2. (μεταφορικά) (για ανθρώπινη ενέργεια) που είναι πρόχειρος, επιπόλαιος και όχι λεπτομερής
    επιδερμική αντίληψη, επιδερμική εξέταση

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία