Δείτε επίσης: ἐπαΐων

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επαΐων
επαΐοντας
η επαΐουσα το επαΐον
      γενική του επαΐοντος
επαΐοντα
της επαΐουσας
επαϊούσης*
του επαΐοντος
    αιτιατική τον επαΐοντα την επαΐουσα το επαΐον
     κλητική επαΐων
επαΐοντα
επαΐουσα επαΐον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επαΐοντες οι επαΐουσες τα επαΐοντα
      γενική των επαϊόντων των επαϊουσών των επαϊόντων
    αιτιατική τους επαΐοντες τις επαΐουσες τα επαΐοντα
     κλητική επαΐοντες επαΐουσες επαΐοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επαΐων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαΐων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επαΐων, -ουσα, -ον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επαΐων αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία