Δείτε επίσης: ἐπίκτητος, Επίκτητος, Ἐπίκτητος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίκτητος < αρχαία ελληνική ἐπίκτητος < ἐπί + κτάομαι, -ῶμαι + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επίκτητος, -η, -ο

  1. που αποκτήθηκε εκ των υστέρων
    οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία