Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

acquired (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

acquired (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος acquire

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία