Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτάομαι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *tk-e-tróm < *tek- (αποκτώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κτάομαι

  1. αποκτώ
  2. (για συνέπειες) επιφέρω
  3. (με πρόσωπο ως αντικείμενο) κάνω (κάποιον κάτι)
    Καρδούχους ... πολεμίους ἐκτησάμεθα
    κάναμε τους Καρδούχους εχθρούς μας (Ξενοφών Κύρου Ανάβασις, Ε,5.17)
  4. έχω, κατέχω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883