Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκρηξιγενής η εκρηξιγενής το εκρηξιγενές
      γενική του εκρηξιγενούς της εκρηξιγενούς του εκρηξιγενούς
    αιτιατική τον εκρηξιγενή την εκρηξιγενή το εκρηξιγενές
     κλητική εκρηξιγενή(ς) εκρηξιγενής εκρηξιγενές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκρηξιγενείς οι εκρηξιγενείς τα εκρηξιγενή
      γενική των εκρηξιγενών των εκρηξιγενών των εκρηξιγενών
    αιτιατική τους εκρηξιγενείς τις εκρηξιγενείς τα εκρηξιγενή
     κλητική εκρηξιγενείς εκρηξιγενείς εκρηξιγενή
όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκρηξιγενής < έκρηξις + -γενής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική éruptif)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.kɾi.ksi.jeˈnis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εκρηξιγενής, -ής, -ές

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία