Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δυσβάστακτος δυσβάστακτη δυσβάστακτο
γενική δυσβάστακτου δυσβάστακτης δυσβάστακτου
αιτιατική δυσβάστακτο δυσβάστακτη δυσβάστακτο
κλητική δυσβάστακτε δυσβάστακτη δυσβάστακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσβάστακτοι δυσβάστακτες δυσβάστακτα
γενική δυσβάστακτων δυσβάστακτων δυσβάστακτων
αιτιατική δυσβάστακτους δυσβάστακτες δυσβάστακτα
κλητική δυσβάστακτοι δυσβάστακτες δυσβάστακτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσβάστακτος < ελληνιστική κοινή δυσβάστακτος < δυσ- + βαστακτός < αρχαία ελληνική βαστάζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυσβάστακτος, -η, -ο

  1. που δύσκολα κάποιος το αντέχει, το υποφέρει
    δυσβάστακτο κόστος, δυσβάστακτη απώλεια

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία