Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαχειριστής διαχειριστές
& διαχειριστάδες
γενική διαχειριστή
& διαχειριστού*
διαχειριστών
& διαχειριστάδων
αιτιατική διαχειριστή διαχειριστές
& διαχειριστάδες
κλητική διαχειριστή
διαχειριστά*
διαχειριστές
& διαχειριστάδες
*Οι δεύτεροι τύποι της γεν. και της κλ. εν. είναι λόγιοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαχειριστής < διαχειρίζομαι + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαχειριστής αρσενικό (θηλυκό: διαχειρίστρια)

  1. αυτός που έχει την ευθύνη της διαχείρισης, οικονομικής ή άλλης
    διαχειριστής των επενδύσεων του ανήλικου ορίστηκε ο κ. Τάδε
  2. ειδικότερα:
    • (σε πολυκατοικία) πρόσωπο που διαχειρίζεται τα κοινόχρηστα οικονομικά και συνήθως ταυτόχρονα φροντίζει για τη σωστή λειτουργία μιας πολυκατοικίας
    • (σε ιστότοπο) πρόσωπο που έχει την ευθύνη της διαχείρισης ενός ιστότοπου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία