Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
γιαταγάνια
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γιαταγάνι τα γιαταγάνια
      γενική του γιαταγανιού των γιαταγανιών
    αιτιατική το γιαταγάνι τα γιαταγάνια
     κλητική γιαταγάνι γιαταγάνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιαταγάνι < τουρκική yatağan < παλαιά τουρκικά (ρίζα) yat- (σκύβω, γέρνω, απ’ όπου προκύπτουν και οι συγγενικές λέξεις yatmak (ξαπλώνω), yatak (κρεβάτι), yatay (οριζόντιος) κ.λπ.)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιαταγάνι ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία






  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία