Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
γιαταγάνια
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γιαταγάνι τα γιαταγάνια
      γενική του γιαταγανιού των γιαταγανιών
    αιτιατική το γιαταγάνι τα γιαταγάνια
     κλητική γιαταγάνι γιαταγάνια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιαταγάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική yatağan < παλαιά τουρκική (ρίζα) yat- (σκύβω, γέρνω, απ’ όπου προκύπτουν και οι συγγενικές λέξεις yatmak (ξαπλώνω), yatak (κρεβάτι), yatay (οριζόντιος) κ.λπ.)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝa.taˈɣa.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιαταγάνι ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία