Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

yatay < παλαιά τουρκικά (ρίζα) yat- (σκύβω, γέρνω, απ’ όπου προκύπτουν και οι συγγενικές λέξεις yatmak (ξαπλώνω), yatak (κρεβάτι), yatağan (γιαταγάνι) κ.λπ.)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /jɑ.tɑj/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

yatay (tr)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία