Δείτε επίσης: γέλος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γέλως γέλωτε γέλωτες
Γενική γέλωτος γελώτοιν γελώτων
Δοτική γέλωτι γελώτοιν γέλωσι(ν)
Αιτιατική γέλωτα γέλωτε γέλωτας
Κλητική γέλως γέλωτε γέλωτες
Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική γέλως γέλω γέλ
Γενική γέλω γέλῳν γέλων
Δοτική γέλ γέλῳν γέλῳς
Αιτιατική γέλων γέλω γέλως
Κλητική γέλως γέλω γέλ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέλως < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵélh₂-, *ǵlh₂-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέλως αρσενικό

  1. ο γέλωτας, το γέλιο
  2. η αιτία του γέλιου
  3. (μεταφορικά) φλοίσβος, κύμα
     συνώνυμα: γέλασμα
  4. (μεταφορικά) λακκάκι των οπισθίων, του γλουτού
    Τῶν δὲ τοῖς ἰσχίοις ἐνεσφραγισμένων ἐξ ἑκατέρων τύπων οὐκ ἂν εἴποι τις ὡς ἡδὺς ὁ γέλως· μηροῦ τε καὶ κνήμης ἐπ' εὐθὺ τεταμένης ἄχρι ποδὸς ἠκριβωμένοι ῥυθμοί. (Ψευδο-Λουκιανός σοφιστής, Έρωτες, 14, 15)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία