Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βιομηχανικός η βιομηχανική το βιομηχανικό
      γενική του βιομηχανικού της βιομηχανικής του βιομηχανικού
    αιτιατική τον βιομηχανικό τη βιομηχανική το βιομηχανικό
     κλητική βιομηχανικέ βιομηχανική βιομηχανικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βιομηχανικοί οι βιομηχανικές τα βιομηχανικά
      γενική των βιομηχανικών των βιομηχανικών των βιομηχανικών
    αιτιατική τους βιομηχανικούς τις βιομηχανικές τα βιομηχανικά
     κλητική βιομηχανικοί βιομηχανικές βιομηχανικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιομηχανικός < βιομηχαν(ία) + -ικός [1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βιομηχανικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη βιομηχανία ή στο βιομήχανο, ανήκει ή σχετίζεται μαζί τους
    ο βιομηχανικός κόσμος της Ελλάδας άκουσε με προσοχή τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για τη νέα βιομηχανική πολιτική της χώρας στην επόμενη δεκαετία
  2. που έχει ως χαρακτηριστικό ή σχετίζεται με τη μαζική παραγωγή από τη βιομηχανία, που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή μεγάλης κλίμακας ή αναφέρεται σε αυτήν
    η βιομηχανική επεξεργασία της ζάχαρης μειώνει σημαντικά το κόστος παραγωγής του παραγόμενου προϊόντος
  3. που έχει πολλές βιομηχανικές μονάδες, πολλά εργοστάσια
    όταν φτάσαμε εκεί, αντικρίσαμε ένα εντυπωσιακό βιομηχανικό τοπίο, μια ολόκληρη κοιλάδα γεμάτη από τσιμινιέρες εργοστασίων
    οι βιομηχανικές κοινωνίες του σήμερα όλο και περιορίζονται, ενώ αυξάνονται οι κοινωνίες που στηρίζονται οικονομικά στην παροχή υπηρεσιών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία