↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ατομοκεντρισμός οι ατομοκεντρισμοί
      γενική του ατομοκεντρισμού των ατομοκεντρισμών
    αιτιατική τον ατομοκεντρισμό τους ατομοκεντρισμούς
     κλητική ατομοκεντρισμέ ατομοκεντρισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ατομοκεντρισμός < άτομο + -ο- + κέντρο + -ισμός

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ατομοκεντρισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία, κοινωνιολογία) θεωρία και πρακτική που βάζει στο κέντρο ή θεωρεί σημαντικότερο το άτομο κι όχι την κοινωνία
    ※  O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
     αντώνυμα: κοινωνιοκεντρισμός
  2. εγωκεντρισμός

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία