Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ασυναγώνιστος ασυναγώνιστη ασυναγώνιστο
γενική ασυναγώνιστου ασυναγώνιστης ασυναγώνιστου
αιτιατική ασυναγώνιστο ασυναγώνιστη ασυναγώνιστο
κλητική ασυναγώνιστε ασυναγώνιστη ασυναγώνιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασυναγώνιστοι ασυναγώνιστες ασυναγώνιστα
γενική ασυναγώνιστων ασυναγώνιστων ασυναγώνιστων
αιτιατική ασυναγώνιστους ασυναγώνιστες ασυναγώνιστα
κλητική ασυναγώνιστοι ασυναγώνιστες ασυναγώνιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασυναγώνιστος < α- + συναγωνίζομαι + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασυναγώνιστος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία