Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αντισεισμικός αντισεισμική αντισεισμικό
γενική αντισεισμικού αντισεισμικής αντισεισμικού
αιτιατική αντισεισμικό αντισεισμική αντισεισμικό
κλητική αντισεισμικέ αντισεισμική αντισεισμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντισεισμικοί αντισεισμικές αντισεισμικά
γενική αντισεισμικών αντισεισμικών αντισεισμικών
αιτιατική αντισεισμικούς αντισεισμικές αντισεισμικά
κλητική αντισεισμικοί αντισεισμικές αντισεισμικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντισεισμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική antisismique < anti- + sismique < αρχαία ελληνική σεισμός < σείω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.di.si.zmi.'kos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντισεισμικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τα μέτρα πρόληψης, προστασίας και αντιμετώπισης των σεισμών και των συνεπειών τους
  2. που είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αντέχει σε σεισμούς (μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία