Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αμαρκάριστος αμαρκάριστη αμαρκάριστο
γενική αμαρκάριστου αμαρκάριστης αμαρκάριστου
αιτιατική αμαρκάριστο αμαρκάριστη αμαρκάριστο
κλητική αμαρκάριστε αμαρκάριστη αμαρκάριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμαρκάριστοι αμαρκάριστες αμαρκάριστα
γενική αμαρκάριστων αμαρκάριστων αμαρκάριστων
αιτιατική αμαρκάριστους αμαρκάριστες αμαρκάριστα
κλητική αμαρκάριστοι αμαρκάριστες αμαρκάριστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμαρκάριστος < α- + μαρκάρω + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αμαρκάριστος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία