Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μαρκαρισμένος η μαρκαρισμένη το μαρκαρισμένο
      γενική του μαρκαρισμένου της μαρκαρισμένης του μαρκαρισμένου
    αιτιατική τον μαρκαρισμένο τη μαρκαρισμένη το μαρκαρισμένο
     κλητική μαρκαρισμένε μαρκαρισμένη μαρκαρισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μαρκαρισμένοι οι μαρκαρισμένες τα μαρκαρισμένα
      γενική των μαρκαρισμένων των μαρκαρισμένων των μαρκαρισμένων
    αιτιατική τους μαρκαρισμένους τις μαρκαρισμένες τα μαρκαρισμένα
     κλητική μαρκαρισμένοι μαρκαρισμένες μαρκαρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρκαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μαρκάρω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μαρκαρισμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία