Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρκάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική marcar(e) + [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαρκάρω, πρτ.: μαρκάριζα/μάρκαρα, αόρ.: μαρκάρισα/μάρκαρα, παθ.φωνή: μαρκάρομαι, π.αόρ.: μαρκαρίστηκα, μτχ.π.π.: μαρκαρισμένος

  1. βάζω τη μάρκα, το σήμα κατατεθέν ή κάποιο άλλο ιδιαίτερο διακριτικό σε αντικείμενο
  2. (ειδικότερα, για ζώα) βάζω κάποιο μόνιμο σημάδι στο δέρμα του ώστε να ξεχωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του
  3. (αθλητισμός) παίρνω θέση πολύ κοντά σε συγκεκριμένο αντίπαλο και τον παρακολουθώ, τον πλευρίζω με τέτοιον τρόπο ώστε να δυσκολεύεται να συμμετάσχει στο παιχνίδι
    είναι τόσο καλός που χρειάζεται να τον μαρκάρουν τουλάχιστον δύο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία