Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμάρα οι αμάρες
      γενική της αμάρας των αμαρών
    αιτιατική την αμάρα τις αμάρες
     κλητική αμάρα αμάρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμάρα < αρχαία ελληνική ἀμάρα (3: (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) conduit)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμάρα θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) αρδευτικό αυλάκι
  2. υπόνομος, οχετός
  3. (ζωολογία) (μεταφορικά) η κοινή έξοδος για το πεπτικό,το ουροποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημα στα αμφίβια, ερπετά και πτηνά
     συνώνυμα: κλοάκη
    Αντιθέτως οι κόκορες διαθέτουν μια πολύ μικρή φαλλική προεξοχή και εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του είδους τους μέσω της αμάραςκλοάκης), της κοινής εξόδου του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματός τους, την οποία διαθέτουν και οι κότες: το σπέρμα περνάει στο θηλυκό όταν οι δυο παρτενέρ ενώνουν τα εν λόγω σημεία στο λεγόμενο «φιλί της κλοάκης». (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία