Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλληλεγγύη < ελληνιστική κοινή ἀλληλεγγύη < ἀλληλ- + ἐγγύη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλληλεγγύη θηλυκό

  1. η αλληλοβοήθεια και το αίσθημα ενότητας μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα και στόχους.
  2. η συμπαράσταση σε δοκιμαζόμενους συνανθρώπους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία