Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλάβαστρο τα αλάβαστρα
      γενική του αλάβαστρου των αλάβαστρων
    αιτιατική το αλάβαστρο τα αλάβαστρα
     κλητική αλάβαστρο αλάβαστρα
Δείτε και ο αλάβαστρος.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλάβαστρο < ελληνιστική κοινή ἀλάβαστρον < αρχαία ελληνική ἀλάβαστρος, ἀλάβαστος ( > αλάβαστρος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈla.va.stɾɔ/
συλλαβισμός: α‐λά‐βα‐στρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλάβαστρο ουδέτερο

  1. λίθος, παραλλαγή γύψου, κυρίως χρώματος χιονόλευκου ή ρόδινου με τον οποίο κατασκευάζονται κομψοτεχνήματα
  2. (αρχαιολογία) είδος αρχαίου αγγείου με ψηλό σώμα και μικρό στόμιο
     συνώνυμα: αρχαία ελληνικά: ἀλάβαστος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία