Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακοιλωματικός η ακοιλωματική το ακοιλωματικό
      γενική του ακοιλωματικού της ακοιλωματικής του ακοιλωματικού
    αιτιατική τον ακοιλωματικό την ακοιλωματική το ακοιλωματικό
     κλητική ακοιλωματικέ ακοιλωματική ακοιλωματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακοιλωματικοί οι ακοιλωματικές τα ακοιλωματικά
      γενική των ακοιλωματικών των ακοιλωματικών των ακοιλωματικών
    αιτιατική τους ακοιλωματικούς τις ακοιλωματικές τα ακοιλωματικά
     κλητική ακοιλωματικοί ακοιλωματικές ακοιλωματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακοιλωματικός < α- (στερητικό) + κοιλωματικός , (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ci.lo.ma.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐κοι‐λω‐μα‐τι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακοιλωματικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • coelon στην αγγλική Βικιπαίδεια   για τους όρους Coelomata, pseudocoelom, Acoelomate

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία