Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακοιλωματικός η ακοιλωματική το ακοιλωματικό
      γενική του ακοιλωματικού της ακοιλωματικής του ακοιλωματικού
    αιτιατική τον ακοιλωματικό την ακοιλωματική το ακοιλωματικό
     κλητική ακοιλωματικέ ακοιλωματική ακοιλωματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακοιλωματικοί οι ακοιλωματικές τα ακοιλωματικά
      γενική των ακοιλωματικών των ακοιλωματικών των ακοιλωματικών
    αιτιατική τους ακοιλωματικούς τις ακοιλωματικές τα ακοιλωματικά
     κλητική ακοιλωματικοί ακοιλωματικές ακοιλωματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακοιλωματικός < α- (στερητικό) + κοιλωματικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακοιλωματικός, -η, -ο

  1. αυτός που δεν φέρει κοίλωμα
  2. (βιολογία), (ζωολογία): ο ασπόνδυλος οργανισμός που στερείται σωματικής κοιλότητας, όπως π.χ. τέτοιοι οργανισμοί είναι τα κοιλεντερωτά, οι πλατυέλμιθες, τα νεμέτρα και τα νηματώδη.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία