Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακατανίκητος < α- στερητικό + κατανικώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακατανίκητος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία