Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιθέριος < νεότερη ελληνική "αιθέρας" < αρχαία ελληνικά "αιθήρ" (-έρος) = τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αιθέριος

  1. που βρίσκεται ψηλά, που αναφέρεται στους αιθέρες
  2. (μεταφορικά) αγγελικός, αέρινος, όμορφος
    αιθέρια ύπαρξη
  3. πτητικός, εξατμιζόμενος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία