Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγύμναστος η αγύμναστη το αγύμναστο
      γενική του αγύμναστου της αγύμναστης του αγύμναστου
    αιτιατική τον αγύμναστο την αγύμναστη το αγύμναστο
     κλητική αγύμναστε αγύμναστη αγύμναστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγύμναστοι οι αγύμναστες τα αγύμναστα
      γενική των αγύμναστων των αγύμναστων των αγύμναστων
    αιτιατική τους αγύμναστους τις αγύμναστες τα αγύμναστα
     κλητική αγύμναστοι αγύμναστες αγύμναστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγύμναστος < α- στερητικό + γυμνάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγύμναστος -η -ο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία