Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγγιχτός < αγγίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγγιχτός, -ή, -ό

  1. που τον αγγίζουν
     συνώνυμα: άθικτος (και άθιχτος), ανέπαφος, απείραχτος
  2. που έχει χρησιμοποιηθεί
     συνώνυμα: χρησιμοποιημένος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία