Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καλαθοσφαίριση οι καλαθοσφαιρίσεις
      γενική της καλαθοσφαίρισης των καλαθοσφαιρίσεων
    αιτιατική την καλαθοσφαίριση τις καλαθοσφαιρίσεις
     κλητική καλαθοσφαίριση καλαθοσφαιρίσεις
Η λόγια γενική ενικού (καλαθοσφαιρίσεως) δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλαθοσφαίριση < καλάθ(ι) + -ο- σφαί(α) + -ισις > -ιση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλαθοσφαίριση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία