Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αγέρωχος αγέρωχη αγέρωχο
γενική αγέρωχου αγέρωχης αγέρωχου
αιτιατική αγέρωχο αγέρωχη αγέρωχο
κλητική αγέρωχε αγέρωχη αγέρωχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγέρωχοι αγέρωχες αγέρωχα
γενική αγέρωχων αγέρωχων αγέρωχων
αιτιατική αγέρωχους αγέρωχες αγέρωχα
κλητική αγέρωχοι αγέρωχες αγέρωχα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγέρωχος < αρχαία ελληνική ἀγέρωχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγέρωχος, -η, -ο

  1. υπερήφανος, που δεν σκύβει, δεν πτοείται, αρχοντικός, στητός
    Aγέρωχο ύφος
  2. (κακόσημο) υπερόπτης, ακατάδεχτος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία