Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγέρωχος < ίσως α- επιτ. + γέρας + ἔχω ή ἀγείρω + ὄχος ή ἐρωή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀγέρωχος, ος, ον

  • αρχοντικός, με μεγάλες ιδέες, μεγαλόπρεπος, μεγαλόφρων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία