Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέρας < αρχαία ελληνική γέρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέρας ουδέτερο

  1. βραβείο, έπαθλο

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέρας < συγγενές των γέρων και γῆρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέρας-αος ουδέτερο

γεν. γέραος και γέρως και γήρως πληθ. γέρατα ή γέρα

  1. δώρο, βραβείο, τιμή
  2. δικαίωμα
  3. προνόμιο
  4. τιμητικά δώρα
  5. η τιμή που απονέμεται στους νεκρούς → «...καὶ μετὰ ταῦθ᾽ οἱ μὲν εὐθὺς ἐξαναστάντες μεταξὺ δειπνοῦντες τούς τ᾽ ἐκ τῶν σκηνῶν τῶν κατὰ τὴν ἀγορὰν ἐξεῖργον καὶ τὰ γέρρ᾽ ἐνεπίμπρασαν». Υπέρ Κτησιφώντος περί του στεφάνου 169
  6. αμοιβή→ ἀνελὼν γέρας (ζητών αμοιβή)Λουκιανός «Τυραννοκτόνος» εισαγωγή