Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβέβηλος < αρχαία ελληνική ἀβέβηλος < ἀ- στερητικό + βέβηλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβέβηλος

  • αβέβηλα χείλη, αβέβηλος χώρος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία