Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάντζα αβάντζες
γενική αβάντζας
αιτιατική αβάντζα αβάντζες
κλητική αβάντζα αβάντζες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάντζα < ιταλική avanzo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάντζα θηλυκό

  1. προπληρωμή έναντι οφειλής μισθού, χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης εν γένει
  2. αβάντα
  3. προκαταβολή μισθού, οφειλής ή χρέους· μπροστάντζα
  4. συγκαταβατικό φέρσιμο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία