Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας advance
γ΄ ενικό ενεστώτα advances
αόριστος advanced
παθητική μετοχή advanced
ενεργητική μετοχή advancing

advance (en)

  1. προχωρώ μπροστά, πλησιάζω
  2. προάγω
  3. επιταχύνω την ανάπτυξη ή την πρόοδο μιας διαδικασίας
  4. δίνω κάτι (χρήματα) νωρίτερα από ό,τι όφειλα
  5. υψώνω, αυξάνω κάτι
  6. προτείνω κάτι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

advance (en)

  1. προέλαση
  2. πρόοδος, εξέλιξη
  3. προκαταβολή
      Έκφραση (κυριολεκτικά) to pay one a[n] (amount/ποσό) advance on one's wages
  4. (στον πληθυντικό) advances (en): φλερτ, πέσιμο


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία